Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Χριστουγεννιάτικος Υπαρξισμός

Έξω χιόνιζε και όλα έδειχναν πως τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά θα ήταν λευκά. Η θερμοκρασία είχε πέσει, ο ουρανός ήταν συνεχώς μουντός, η ανάσα του άχνιζε, στους δρόμους είχαν κάνει την εμφάνιση τους οι καστανάδες, η μελαγχολία των εορτών ζύγωνε σιγά σιγά όπως και η μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου. Σκοτάδι, παγωνιά, μαύρες σκέψεις. Εχθροί αυτών, φωτάκια, τραγούδια, δώρα, γλυκά. Ο Βασίλης έχανε τη μάχη κατά κράτος.


Οι δυο του συγκάτοικοι είχαν φύγει για τις πόλεις τους, αφήνοντας το φοιτητικό τους διαμέρισμα όλο δικό του. Ένα βασίλειο ησυχίας το οποίο είχε αποφασίσει να γεμίσει με μουσική. Δεν άναβε ποτέ κανένα φως πέρα από τη λάμπα του δωματίου του, και το αναπόφευκτο που έβγαινε από τα βάθη του ψυγείου. Ακόμα και τη λάμπα την έσβηνε αν δεν την είχε ανάγκη καθώς ακριβώς έξω από τη μπαλκονόπορτα του είχε μια λάμπα η ΔΕΗ που μετά τις έξι παρήγαγε μια λάμψη ενός περίεργου θερμού χρώματος. Ροζ-κίτρινο-καφέ-κόκκινο-μωβ.


Δεν είχαν όλοι οι δρόμοι της πόλης τέτοιες λάμπες. Συνειδητοποίησε κατά τη διάρκεια μιας βραδινής βόλτας που έκανε εκείνες τις μέρες πως αποτελούσε εξαίρεση ο δικός του. Λίγοι εκλεκτοί δρόμοι σώζονταν προς το παρόν από τους φωτεινότερους, νεότερους, οικονομικότερους, ψυχρούς λαμπτήρες. Ο πολιτικοποιημένος του συγκάτοικος, αν δεν απουσίαζε, και αν δεν ήταν φαινομενικά πολύ απασχολημένος για να απαντήσει στα μηνύματα του, θα σχολίαζε πως ήταν και αυτό ένα σημάδι του συρρικνωμένου κράτους πρόνοιας και των καταρρέοντων, αφρόντιστων υποδομών του. Ο άλλος, που του απάντησε, παρατήρησε πως καιρός ήταν να αλλάξει και αυτό γιατί η λάμπα του δρόμου δεν τον άφηνε να κοιμηθεί με ανοιχτό το παντζούρι. Του είπε πως ήταν ένας τυπικός ασυνείδητος και ανάλγητος μικροαστός, και του έστειλε να ακούσει ένα τραγούδι των Κόρε Ύδρο από το άλμπουμ "Φτηνή ποπ για την ελίτ". Μετά από αυτό τηρήθηκε σιγή ασυρμάτου.


Εκείνο το βράδυ όταν γύρισε από τη βόλτα του παρατήρησε πως ο κοινόχρηστος καθρέφτης στο σαλόνι γυάλιζε κοιτώντας ακριβώς την πόρτα. Είδε τον εαυτό του μέσα στο σκοτάδι ως ένα μετέωρο πρόσωπο. Χλομάδα και μάτια που υπέφεραν από χρόνια αϋπνία. Άφησε την σακούλα με τα τσιγάρα και τη μπύρα προσεκτικά δίπλα στο χαλάκι με τα παπούτσια και πλησίασε. Η λάμπα από έξω έριχνε δυο παχουλές γραμμές φωτός σε εκείνο το μυστήριο χρώμα πάνω στο παλιό ξύλινο πάτωμα και ήταν στον δρόμο του. Τις απέφυγε. Ο καθρέπτης ήταν κρεμασμένος κοντά στη γωνία, πάνω από ένα μικρό έπιπλο με βιβλία, περιοδικά και μπιχλιμπίδια των άλλων. Τα βήματα του προκαλούσαν τρίξιμο στις σανίδες. Δεν ακουγόταν τίποτε άλλο, και το πρόσωπο του πλησίαζε. Μέχρι που στάθηκε μπροστά από το είδωλο του και εκείνο τον κοίταξε με ισόποση απορία. Έβγαλε τα γυαλιά του.


Κούνησε το κεφάλι αριστερά, και έπειτα δεξιά. Έπειτα λίγο πάνω, λίγο πάνω και δεξιά, λίγο πιο λοξά. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι χρώμα μάτια είχε. Ξαφνικά, δεν θυμόταν. Ακούμπησε το χέρι του στον καθρέπτη και συνειδητοποίησε πως τον ένιωθε ζεστό. Κάτι που σήμαινε πως ήταν πιο ζεστός από το χέρι του. Ανατρίχιασε και πήρε το χέρι του πίσω. Επειδή φορούσε μαύρα, ήταν και εκείνο μετέωρο μέσα στο σκοτάδι. Τον κυρίεψε ένας φόβος και μια ανάγκη επιβεβαίωσης, οπότε γδύθηκε επιτόπου, εντελώς και ψαχούλεψε το σώμα του με το είδωλο του να τον κοιτάει κατάματα, μαγνητισμένο. Στάθηκε για λίγο εκεί.
 

Μάζεψε τα ρούχα του και έφυγε. Έξω χιόνιζε, και οι νιφάδες ήταν αρκετά παχουλές για να έχουν σκιές μέσα στις δυο παχουλές γραμμές φωτός. Το πάτωμα έτριζε δυνατά. Έριξε τα ρούχα του στο κρεβάτι και πήγε στο μπάνιο για να κατουρήσει. Ένιωθε πως και τα ούρα του θα ήταν παγωμένα. Δεν το δοκίμασε. Έπλυνε τα χέρια του με κρυο νερό και ένα παγωμένο σαπούνι. Στην κουζίνα, το ψυγείο ήταν σχεδόν άδειο. Έβαλε στριμωγμένα στο ράφι της πόρτας τα τενεκεδάκια της μπύρας. Πέραν εκείνων, ένα τουβλάκι βούτυρο στο ράφι από κάτω, μουστάρδα, μαγιονέζα, έξι συσκευασμένα λουκάνικα, μισή πάριζα, μια ντομάτα σε σήψη. Έκλεισε την πόρτα και η θέα των ποδιών του χάθηκε στο μαύρο. Δάγκωσε την πάριζα. Ήταν ζεστή. Την ένιωθε να ζεσταίνει τον λαιμό του καθώς κυλούσε κάτω στον οισοφάγο του. Το λίπος να ρέει πασαλείβοντας τα τοιχώματα του.


Προσπάθησε να ανοίξει τον υπολογιστή του, μα δεν είχε ρεύμα.  Είχε μόλις γίνει διακοπή. Το κινητό του δεν είχε ίντερνετ. Κάθισε για λίγο γερμένος μπροστά από τη μπαλκονόπορτα. Στην απέναντι πολυκατοικία, σε ένα μπαλκόνι, μια παρέα τον κοιτούσε. Συνειδητοποίησε πως η λάμπα τους φανέρωνε τη γύμνια του. Απομακρύνθηκε. Πήγε πίσω στον καθρέφτη, όπου τον περίμενε το είδωλο του. Έβαλε το χέρι του πάνω στο χέρι του, και ζεστάθηκε. Τον κατέβασε από τον τοίχο και τον ακούμπησε στο πάτωμα. Κάθισε πάνω του στην αρχή, και έπειτα ξάπλωσε. Δίπλα στις γραμμές φωτός στο πάτωμα, μέσα στο θαμπό σκοτάδι. Πέραν του καθρέπτη, οι ακμές, οι γραμμές, οι γωνίες και τα σημεία ήταν αμυδρά, λόγω της μυωπίας του. Έξω περνούσαν αυτοκίνητα, λεφορεία και κόσμος, κάτω από το φως. Πνιγμένη κακοφωνία, άρρυθμη και επίμονη.


Με ένα νεύμα έδωσε στον εαυτό του την έγκριση και χρησιμοποίησε το πιο λεπτό μαχαίρι. Το έκανε αργά και δεν υπήρχε πόνος. Εκείνη τη στιγμή, οι ήχοι των ανθρώπων ήταν ο,τι χειρότερο μπορούσε να παραβιάζει την γαλήνη του μυαλού του.


Ο καθρέπτης έλιωσε, και στην ασημένια λίμνη βρήκε το πέρασμα για ένα σκοτεινό είδωλο του κόσμου. Εκεί η νύχτα ήταν μόνιμη, τα φώτα λεπτές χρυσές κλωστές, οι τοίχοι διάφανοι και ρευστοί, ο αέρας πηχτός, η σιωπή αβυσσαλέα. Κοιτούσε τον εαυτό του να επιπλέει, μέσα από το ασήμι, πάνω από το πάτωμα, μέσα από τον τοίχο, κάτω από τη λάμπα -πλέον ένα ανάστατο, τρεμουλιαστό κουβάρι με χιλιάδες άκρες απλωμένες στα κτίρια γύρω και τον δρόμο από κάτω, όπως και κάθε λάμπα, κάθε αστέρι, και το ίδιο το φεγγάρι-  πάνω από την αδειανή άσφαλτο. Κάθε άλλη ψυχή ήταν ένας ασημένιος σκελετός σε εκείνο το επίπεδο. Η παγωνιά του χειμώνα ήταν εκατοντάδες φορές χειρότερη εκεί, μα ο ίδιος μονάχα αναγνώριζε το κρύο, χωρίς να τον επηρεάζει. Πάραυτα, η σκέψη του πήγε στην μάχη του ανθρώπου με το κρύο.


Συγκεκριμένα, την υπαρξιακή παγωνιά ενός αφιλόξενου σύμπαντος. Την απαράβατη εντροπία κάθε φυσικού συστήματος. Πως οι άνθρωποι ξερίζωναν τα σπλάχνα της γης με πελώριους μηχανικούς σχηματισμούς για να εξασφαλίσουν λίγη ζέστη, ενέργεια, ασφάλεια, τροφή. Την απουσία του πατέρα ήλιου, την αδιαφορία της μητέρας γης. Κρύο. Την βροχή και τον άνεμο, ως αν να εφορμούσαν από τα βάθη του ανήλιαγου κενού μεταξύ των άστρων, να σβήνουν κάθε φλόγα που άναψε ποτέ με κόπο κάθε άνθρωπος, από την αρχή των ανθρώπων, ξανά και ξανά και ξανά. Κρύο. Το ρακένδυτο κοριτσάκι με τα σπίρτα από το παρελθόν να ανάβει έναν μικρό τεχνητό ήλιο στο μακρινό μέλλον. Κρύο. Οι σκελετοί κινούνταν μέσα στα διάφανα μαύρα κουτιά τους και από ψηλά ένιωθε πως αν αγκάλιαζε έναν θα ένιωθε μια φονική ψύχρα χειρότερη από εκείνη του σύμπαντος. Οι κλωστές του φεγγαριού τον τύλιγαν καθώς έπλεε προς τον ουράνιο θόλο από μαύρο βελούδο. Ήταν ένα δρεπάνι από φως. Το δρεπάνι έγδερνε τα μεταλλικά τείχη πίσω από το βελούδο ουρλιάζοντας.


Ξύπνησε βρίσκοντας σάλια πάνω στο μαξιλάρι του. Το ουρλιαχτό ήταν η κιθάρα των Κόρε Ύδρο. Με την επαναφορά του ρεύματος και του ίντερνετ είχε ξαναφορτώσει το βίντεο, μα κάτι είχε πάει στραβά και έπαιζε όλο το ίδιο δευτερόλεπτο. Ήταν ακόμα γυμνός και ξεσκέπαστος και κρύωνε τόσο που πονούσε. Τον ανακούφισε αυτό. 


Ο συγκάτοικος νούμερο ένα είχε απαντήσει με ένα μεθυσμένο ηχητικό κλιπ που συμφωνούσε εμφατικά μαζί του. Δεν το άκουσε όλο και δεν είχαν ιδιαίτερη συνοχή τα λόγια του. Άλλαξε μουσική σε κάτι πιο εύθυμο και παρήγγειλε δυο πιτόγυρα. Ένιωσε την ανάγκη για φως, οπότε δανείστηκε το ετοιμοστόλιστο πλαστικό έλατο των είκοσι εκατοστών που ο συγκάτοικος νούμερο δυο είχε βάλει στον διάδρομο. Πράσινο, μωβ, κίτρινο, μπλε, λευκό, πράσινο, μωβ, κίτρινο, μπλε, λευκό. Στο σκοτάδι, όλο το δωμάτιο αποκτούσε χρώματα που δεν θα διακρίνονταν με ανοιχτά τα φώτα.





Σχόλια