Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από 2017

άνθρωπος έναντι χοίρων

κανείς δεν θα θυμάται τον άνθρωπο εκείνο που έσωσε τον κόσμο Ο Vasili Alexandrovich Arkhipov προστάτεψε το μέλλον από φωτιές και χειμώνες αφανής, ραδιενεργός, νεκρός

παπαρούνα

Μια παπαρούνα μοναχική       λιβάδι γεμάτο τσουκνίδες Στον άνεμο χορεύει προσεκτικά      μην την τρυπήσουν οι ακίδες Μια παπαρούνα τόση δα      πρασινάδα πυκνή την πνίγει Ανθίζει, απλώνεται, τολμά      και ένα αγκάθι την ξεσκίζει

φοβού

     να φοβάσαι κάποια                               πράγματα           ξέρω πως εγώ φοβάμαι                     κάποια πράγματα πάντα να                          φοβάσαι πρέπει αλλιώς να ξέρεις, κάτι                                         λείπει και ίσως                πρέπει να τρέμεις λίγο                λίγο, λίγο, τόσο δα να τρέπεις  ...

παιχνίδι

~ τους είδαμε να κρύβουν καραμέλες στα δέντρα ( λεμόνι ροδάκινο μέντα ) ( λάφυρα που κλέψαμε το βράδυ ) ~ τους είδαμε να τρέχουν στην ρεματιά ( να φωνάζουν ενώ βουβά ακολουθούσαμε ) ( κρυφακούγοντας ) ~ τους είδαμε να πετούν τα ρούχα στο χορτάρι ( βουτιές στα κρυστάλλινα νερά ) ( κοιτούσαμε ) ~ μας είδανε...

άνθρωπος ηγεμών

να ξυπνάτε νωρίς και με βιάση να φοβάστε την σκιά της σκιάς μου να ρίχνεστε στην γη σαν περνώ να με θωρείτε ωσάν θεό δεν μπορώ να κοιμηθώ οι σκιές πολύ με τρομάζουν έχω χαθεί σε κάποιο ουρανό και τίποτε δεν βλέπω πιο πάνω πυραμίς πυραμίς μοναξιά μου

η ζωντανή και ο νεκρός

χ ο ρ ε ύ ε ι  αργοσαλεύοντας στο ημίφως ίσως αόρατοι α ν έ μ ο ι  την κινούν Αργόσυρτους στίχους μιας βραχνής φωνής σ ι γ ο τ ρ α γ ο υ δ ε ί και τα κλειστά της μάτια την πηγαίνουν μακρυά με κάθε λίκνισμα και κάθε λέξη τα χέρια της λευκά ρ α γ ί σ μ α τ α  στο σκοτάδι τα μαλλιά της φως φανοστάτη σε θύελλα χιονιού και από κάτω της στον κόσμο των νεκρών δ έ ο ς  και σ ι γ ή

λέξεις

λέξεις λέξεις λέξεις μικρές τόσο πολύ σιγανές κρύβουν κραυγές καθώς ψιθυρίζουν βρώμικες, ντροπιαστικές τόσο πολύ σιγανές μικρές μικρές μικρές λέξεις για εσένα εγώ και εσύ για εμένα πίσω από χείλη κλειστά λέξεις μικρές πολύ σιγανές

ονειρωδυνία

στην νυχτερινή θέρμη τριγμοί       θερινός πυρετός στον καυτό αέρα ήχοι       έλλειψη φωτός ορθάνοιχτα μάτια       μα κλείνουν                              δάκτυλα βυθισένα                      σε λευκές πτυχές σκιερές                ενός σεντονιού που λιώνει                     και ρέει                και χύνεται χωρίς να τελειώνει                   ...

άβατο

πλαταγίζει βαρύηκοη ιαχή τα φύλλα, τα κλαδιά, την πάχνη ροχθεί πλατύφυλλοι πλάτανοι κρατούν το φως πέρα ( μα και πάλι ξεχύνεται ) πόδια που τρέχουν  χώμα και πέτρες και αίμα θανατουλίδα πλέει ρευστή χλομά χέρια απλώνει θροΐζει συριστά και αγκιστρώνει τυφλωμένο ράμφος γαμψό σκάβει σάρκα να βρει (να τιμωρηθεί ) ( να μην πει τι έχει δει ) μάτια και γλώσσα δρακόντειο εξαπτέρυγο θυμιεί λευκό καπνό δυο χέρια, σκέλια, μαστοί σπείρες τα κρύβουν μελανών φτερών μέσα ανατρίβονται λίθινες χορδές κι εκ βαθέων βγάνει φωνή «γεννοβόλι θεών ήρθες να δεις τι άλλο σου πρέπει θαρρείς μα πόνος και πίκρα και πήρωση;» ( σπαρταρά το παιδί ) (τότε η θεά καλεί ) ένα φτερούγισμα και πίσω πλέει γοργά προς ξέφωτο στενό και βυθισμένο κερασφόρα θεά σε βάθρα ρηχή κοιλοπονεί βρύα χνουδωτά και χλωρές κληματσίδες κοσμούν ερυθρώδες φλοιώδες κορμί δέρμα και ξύλο σμιγμένα τρίζουν μαζί θυμάρι ανθισμένο, φασκομηλιές, παπαρούνες κρεμμασ...

χώμα

άκουσε με, η μοίρα, μας προκαλεί                με ζαλίζουν τ' αστέρια ίσως είμαστε όλοι λίγο τρελοί                με τρομάζει το αίμα με τα μάτια στραμμένα στο φως                τυφλωμένοι σαν πρώτα ήμουν πάντα διαφορετικός                θαρρώ είμαι ακόμα αύριο είπα, θα έρθω να σε βρώ άκουσε με, η μοίρα, μας προκαλεί                μα έχω κλείσει τα μάτια έχουν δώσει μια προσταγή                να κοιτάμε στο χώμα αύριο είπα θα τους αρνηθώ στα όνειρα μου δεν είμαι θνητός                σαν ξυπνώ συλλογιέμαι πως ένας τέτοιος γλυκός πειρασμός                μου σκλαβώνει το πνεύμα αύριο είπα δεν θα ξανάονειρευτώ άκουσε με, η μοίρα, μας ...

το φως ο κλέφτης

μα ξημέρωνε το φως του κόσμου ξήλωνε τις πλέξεις του Μορφέα                               πάνω από το πέπλο της νύχτας                               πίσω από τα μάτια του ύπνου                               πετώντας άγγιζε βουνοκορφές                               χορεύοντας με αερικά ψηλά πολύ μέχρι που η μέρα τράβηξε τη νύχτα μακρυά

έκθεση

βροχή πλημμύρισε τον κήπο γέμισε τις κούφιες πέτρες εμπότισε το χώμα σάπισε τις ρίζες                                 οι κουρτίνες χόρευαν                στην οροφή                με ανέμους βάνδαλους                μπροστά στο παράθυρο                                ξεχασμένο ανοιχτό                                σπασμένα βιτρό                                ξύλο φαγωμένο από σαράκια                                ωστόσο, έξ...