πλαταγίζει βαρύηκοη ιαχή
τα φύλλα, τα κλαδιά, την πάχνη ροχθεί
πλατύφυλλοι πλάτανοι κρατούν το φως πέρα
( μα και πάλι ξεχύνεται )
πόδια που τρέχουν
χώμα και πέτρες και αίμα
θανατουλίδα πλέει ρευστή
χλομά χέρια απλώνει
θροΐζει συριστά
και αγκιστρώνει
τυφλωμένο ράμφος γαμψό
σκάβει σάρκα να βρει
(να τιμωρηθεί )
( να μην πει τι έχει δει )
μάτια και γλώσσα
δρακόντειο εξαπτέρυγο θυμιεί λευκό καπνό
δυο χέρια, σκέλια, μαστοί
σπείρες τα κρύβουν μελανών φτερών
μέσα ανατρίβονται λίθινες χορδές
κι εκ βαθέων βγάνει φωνή
«γεννοβόλι θεών ήρθες να δεις
τι άλλο σου πρέπει θαρρείς
μα πόνος και πίκρα και πήρωση;»
( σπαρταρά το παιδί )
(τότε η θεά καλεί )
ένα φτερούγισμα και πίσω πλέει γοργά
προς ξέφωτο στενό και βυθισμένο
κερασφόρα θεά σε βάθρα ρηχή κοιλοπονεί
βρύα χνουδωτά και χλωρές κληματσίδες
κοσμούν ερυθρώδες φλοιώδες κορμί
δέρμα και ξύλο σμιγμένα τρίζουν μαζί
θυμάρι ανθισμένο, φασκομηλιές, παπαρούνες
κρεμμασμένα απ' την κεφαλή
κούφια μάτια σχισμές φωτισμένες
γερμένη στους άγριους βράχους
πεταλούδες σε σμήνη την σκεπάζουν
το δάσος βογγεί, τα νερά αφρίζουν
( ρίχνει το παιδί μπροστά της )
( επιστρέφει στους βιγλάτορες ψηλά )
«ας σε οδηγήσουν πίσω οι Δρυάδες
με δυο οφθαλμούς και μια φωνή
σήμερα είναι γιορτή»
ο κορμός του λαιμού της κελαρύζει
και χαϊδεύει το χλωρό βρέφος που κρατεί
στα πλουμιστά πέταλα του
κόβει έναν βολβό απ' τα πλευρά της
κι ένα φύλλο πλατύ απ' τα γόνατα της
γέρνει μπροστά και τα δίνει
( μάτι κεχριμπαρένιο ο βολβός )
( γλώσσα το φύλλο )
κάνει το ένα της χέρι δρόμο να βγει
με προσταγή την σιωπή
Σχόλια